Οικογένεια Χρυσοπούλου

Ήταν η αγαπητή κυρία Σουζάνα Χρυσοπούλου η οποία μου έδωσε κάποτε – πάνε πάνω από δέκα χρόνια τώρα – ένα ανάτυπο από την Ποντιακή Εστία, όπου υπήρχε το λογοτεχνικό ιστορικό του κ. Καλαουζίδη για το Ωραιόκαστρο, γραμμένο το έτος 1958, το οποίο πλαισίωσε το ένθετο αφιέρωμά μας που συνόδευε το 5ο και γενέθλιο τεύχος του περιοδικού μας. Η αγαπητή γερόντισσα είναι μανιώδης αναγνώστρια των τόμων της Ποντιακής Εστίας και μου εξομολογήθηκε τότε ότι πολύ συχνά τα βράδια στο κρεβάτι πριν κοιμηθεί, είχε πάντοτε στο προσκέφαλό της κάποιον από τους τόμους αυτούς και διάβαζε.

Ήταν επίσης η ίδια που τα Χριστούγεννα του 2005 μου έφερε ένα ανεκτίμητο οικογενειακό κειμήλιο μαζί με κάποιες παλιές εκπληκτικές φωτογραφίες. «Πρόσεξέ το σαν τα μάτια σου» μου είπε. Οι φωτογραφίες εκείνες αντιγράφηκαν σε ηλεκτρονική μορφή το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Όμως εκείνο το μικρό τετράδιο, ή βιβλίο, ή μπακαλοτέφτερο – δεν ξέρω κι εγώ που να το κατατάξω – που βέβαια ήταν αυτό που φύλαγε τόσα χρόνια ως κόρη οφθαλμού, έχριζε ιδιαίτερης επεξεργασίας. Δόθηκε λοιπόν εντολή στην συνεργάτιδά μας την κ. Μαρία Χαρίτου να το αντιγράψει όσο το δυνατόν καλύτερα.
Το πολύτιμο υλικό αυτό λοιπόν παρουσιάζουμε στο παρόν τεύχος μας.
Ο σύζυγός της ο μπαρμπα-Μιχάλης -απεβίωσε τη 8η Αυγούστου 2005- ήταν ένα από τα πιο προσφιλή μου πρόσωπα. Ήταν ένας από εκείνους που με αποκαλούσε από παιδάκι ακόμη: «Σταυριώτη». Με χάιδευε στο σβέρκο και μου έλεγε διάφορα πράγματα με τα οποία συνήθως γελούσα. Και τώρα που αναφέρθηκα στο «Σταυριώτης», προσωνύμιο το οποίο έμελλε πολύ αργότερα να υιοθετήσω ως λογοτεχνικό ψευδώνυμο, θυμήθηκα έναν ακόμη παππού που με αποκαλούσε έτσι όταν ήμουν μικρό παιδί. Ήταν ο κυρ – Νίκος ο Δημητριάδης, ο αποκαλούμενος Νουρί. Σταυριώτης κι αυτός. Ο οποίος όταν ήμουν έξη ή επτά ετών, στην ονομαστική εορτή μου, μου δώρισε ένα ξύλινο καμπυλωτό σπαθί που η λαβή του ήταν βαμμένη με κάτι φανταχτερά χρώματα όπου κυριαρχούσε το πράσινο, το χρυσαφί και το πορφυρό χρώμα. Πέταξα από τη χαρά μου! Το βράδυ ήθελα να κοιμηθώ μ’ αυτό στο προσκεφάλι μου και δεν ήθελα να ακούσω με τίποτα την μητέρα μου, η οποία επέμενε ότι ήταν επικίνδυνο, αφού το σπαθί ήταν κοφτερό και μπορούσα να τραυματιστώ καθώς κοιμόμουν. Εν τέλει, κάποιας μορφής συμβιβασμός επήλθε, όταν δέχθηκα να τοποθετηθεί το σπαθί κάτω από το στρώμα μου. Θυμάμαι ακόμη την επόμενη μέρα που συνάντησε η μητέρα μου τον Νουρί στην αγορά και του «έβαλε χέρι» για το επικίνδυνο δώρο που έκανε σ’ ένα μικρό παιδί σαν κι εμένα. Όμως εκείνος γελούσε και την πείραζε και ύστερα με πήρε στα χέρια και με σήκωσε πολύ ψηλά – ήταν κι ίδιος πανύψηλος – και είπε κάτι – δεν θυμάμαι ακριβώς τι – για την ανδρεία και την πολεμική δεινότητα των Σταυριωτών.

Αριστερά ο Χρυσόπουλος Μιχαήλ

Έλεγα όμως για τον μπάρμπα-Μιχάλη τον Χρυσόπουλο. Αυτός Σταυριώτης δεν ήταν. Ήταν από την Τσιμερά της περιφέρειας Μούζενας. Κρατούσε ένα μπαστούνι γιατί δυσκολευόταν στο περπάτημα και συχνά καθόταν έξω από το ζαχαροπλαστείο του πατέρα μου και κουβέντιαζε μαζί του. Ήταν φίλοι και μιλούσαν συχνά και πολύ σοβαρά. Μιλούσαν μάλλον – μεσούσης της δικτατορίας τότε – για πολιτική, την οποία και τότε όπως και τώρα, δεν πολυκαταλάβαινα. Ο πατέρας μου έλεγε γι’ αυτόν τα καλύτερα λόγια κι έδειχνε να σέβεται την γνώμη του. Τον θυμάμαι, όμως και αλλιώς τον κυρ-Μιχάλη τον Χρυσόπουλο. Ήμουν και τότε μικρό παιδάκι και βρέθηκα σε μια σχολική εκδήλωση. Γινόταν στο υπόγειο του παλιού πετρόχτιστου δημοτικού σχολείου του χωριού μας. Εκεί που δίναμε και τις θεατρικές παραστάσεις μας. Ο κυρ-Μιχάλης ήταν εκείνος που αναζητούσε εναγωνίως κάποιον μεγαλύτερο πλειοδότη για κάποια εναπομείναντα λαχεία ή κάτι άλλο που κληρωνόταν για κάποιον προφανώς ευγενή σκοπό. Ίσως για την ημιτελή εκκλησία μας ή για το ίδιο το σχολείο μας. Τον θυμάμαι κατακόκκινο και κάθιδρο να απευθύνει εκκλήσεις στους παρευρισκόμενους και να είναι ιδιαίτερα επίμονος. Με έναν τρόπο όμως που προκαλούσε την ευχάριστη διάθεση και συχνά το γέλιο ακόμη και μεταξύ αυτών που καλούνταν να πληρώσουν. Θυμάμαι ακόμη πολύ καλά την έκφραση του γέροντα κ. Σιταρίδη που στράφηκε στο τέλος και ο οποίος με έναν μορφασμό αποδοκιμασίας δέχθηκε για πολλοστή φορά να πληρώσει το τίμημα λαχείων. Φαίνεται πως ήταν τότε ένας από τους πιο εύπορους και γενναιόδωρους – στοιχεία που σπανίως συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο – την εποχή εκείνη.
Ας δούμε όμως ποιος ήταν τέλος πάντων αυτός ο σχολαστικός και συνάμα φιλάνθρωπος άνδρας, όπως φαίνεται από τα κιτάπια που φύλαγε.
Αυτός λοιπόν ο αξιοσέβαστος μπακάλης, που το έτος 1912 στο Πόντο κατέγραφε όλα αυτά τα βερεσέδια, μπορεί από κάπου – όπου κι αν βρίσκεται – τώρα, εκατό περίπου χρόνια μετά, να διαβάζει αυτά που γράφονται με αφορμή το τεφτέρι του. Και σίγουρα δεν θα μπορούσε να φανταστεί καλύτερη αποπληρωμή για την πίστωση που έκανε στους φτωχούς συγχωριανούς του και βέβαια για την φιλευσπλαχνία του.
Ό,τι ακολουθεί, είναι το διευκρινιστικό σημείωμα που μου παρέδωσε η κ. Σουζάνα Χρυσοπούλου. Ιδού τι γράφει:
«Πρόκειται, για τον παππού μου. Λεγόταν Γιάννης Μαχαιρόπουλος (Χατζάρτς) και γεννήθηκε το 1876 στο Χατς Καλε (Ωραιόκαστρο) της Αργυρούπολης του Πόντου. Ήταν ορφανός από πατέρα και μάλιστα «κοιλορφάνιστος» και είχε δύο αδέλφια. (Για τους πολλούς που σίγουρα θα τους είναι ανοίκεια η λέξη, «κοιλορφάνιστος» είναι αυτός που έχει χάσει τον πατέρα του πριν ακόμη γεννηθεί. Σημ. του επιμελητή).
Τα δύσκολα εκείνα χρόνια περνούσαν από τα χωριά οι χωροφύλακες (τσανταρμάδες) και τους ενοχλούσαν, έτσι τα μεγαλύτερα αδέλφια του έφυγαν στα βουνά και έκτοτε χάθηκαν. Ο Χατζάρτς στα 18 του χρόνια έκανε τον αγωγιάτη (γαρτιτζής). Μετέφερε τα δέματα, τα γράμματα των ξενιτεμένων και αγόραζε τις παραγγελίες των χωρικών από την πόλη, ζάχαρη, αλάτι, σκούπες, παστά χαψία κι έτσι άνοιξε ένα μικρό μπακάλικο δίνοντας και βερεσέ σ’ όλο το χωριό. Και ακόμη, επειδή είχε άλογο, ήταν αυτός που μετέφερε τις νύφες και τις προίκες τους από το ένα χωριό στο άλλο.
Κάποτε ο παππούς μου μετέφερε μια νύφη από το Χάτς στο χωριό Λωρία. Νύφη ήταν η μητέρα του Γεώργιου Δημητριάδη (Τσιπάκια ). Όταν τελείωσε ο γάμος ο Χατζάρτς φώναξε την πεθερά της νύφης και της λέει: «Άκουσε συμπεθέρα: θα σηκώνεσαι το πρωί, θα σκουπίζεις καλά το σπίτι και τις αυλές, θα στρώνεις το τραπέζι με όλα τα καλά και μετά τα ξυπνήσεις τη νύφη για να φάτε. Κι αν παρ’ όλα αυτά η νύφη θα έχει κάποιο παράπονο, να φωνάξεις εμένα να την συμβουλεύσω.»
Κάποια άλλη φορά ο παππούς μου πήγε για προσκύνημα στην Παναγία Σουμελά. Πρόσεξε ότι ένας καλόγερος έγραφε ονόματα για παράκληση. Πλησίασε κι ο παππούς μου και λέει στον καλόγερο να γράψει τα ονόματα. «Γράψε!» του λέει: «Γιάννες, Πίλον, Πιλίκον, Χατζάρ.» Και δίνει στον καλόγερο έναν παράν. Τότε εκείνος λέει: «Τόσα ονόματα έγραψα κι εσύ μου δίνεις μόνον έναν παρά;» Και ο παππούς μου του απαντά: «Όλα αυτά τα ονόματα που έγραψες, ένα είναι. Όλα δικά μου είναι (παρατσούκλια) και δεν ξέρω με ποιο από αυτά με ξέρει ο Θεός!»
Το έτος 1917 – 18, όταν έγινε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος, έφυγε με την οικογένειά του και πήγε στη Ρωσία, στο Μπακού. Εκεί, μετά από ένα χρόνο πέθανε σε ηλικία 42 ετών.»
Στο τεφτέρι αυτό του μπακάλη Γιάννη Μαχαιρόπουλου από το Ωραιόκαστρο του Πόντου, είναι καταγεγραμμένα τα χρέη των συγχωριανών του καθώς και οι ημερομηνίες εξόφλησης κάποιων οφειλετών. Οι περισσότερες καταγραφές είναι από το έτος 1912. Μπορούμε στις σελίδες αυτές να διακρίνουμε ξεκάθαρα τα πράγματα που αγόραζαν οι πρόγονοί μας (κερί, ζαχαρωτά, ρακί, λουλάκι καρφιά, λεπτοκάρυα κ. α.) καθώς και τα ονόματά τους. Πολλά από αυτά τα ονόματα ανήκουν στους παππούδες και τις γιαγιάδες γνωστών οικογενειών της πόλη μας, όπως για παράδειγμα ο Κωνσταντίνος Χαραβόπουλος ή η Δόμνα η Σιταρίδου. Βλέπουμε ακόμη στην 27η σελίδα προς το τέλος, ότι ο Δέσκαλον (ο δάσκαλος δηλαδή ) που αγόραζε κοντά στ΄ άλλα ρακί, καρφιά και κερί, ξόφλησε το χρέος του.
Κάποιες σημειώσεις που επίσης υπάρχουν στο βιβλίο, είναι ολοφάνερα προσθήκες μεταγενέστερες και έγιναν από τον πατέρα της κ. Σουζάνας τον κ. Γιώργο Μαχαιρόπουλο, εδώ στην Ελλάδα, πιθανόν τη δεκαετία του ‘50. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η σελίδα όπου φαίνονται ότι ο Γεώργιος Μαχαιρόπουλος κατέβαλε το ποσόν των 102 δραχμών για τον Γεωργικό Συνεταιρισμό Ωραιοκάστρου. Από κάτω υπογράφουν, ως πρόεδρος ο Ν. Τσακαλίδης και ως ταμίας ο Χ. Χαραβόπουλος.
Και για μια κάπως εύθυμη κατακλείδα, οφείλουμε να πούμε ότι, η δημοσίευση των χρεών – 96 χρόνια μετά – δεν ενέχει την παραμικρή αξίωση για είσπραξή τους. Οι απόγονοι των οικογενειών: Σιταρίδη, Χαραβόπουλου, Τσακαλίδη, ο Παπα-Χρήστος (ο οποίος, παρεμπιπτόντως, μαθαίνουμε ότι έπινε πολύ ρακί) καθώς και αρκετών άλλων οικογενειών, δεν πρέπει να ανησυχούν διότι, η κ. Χρυσοπούλου δεν σκοπεύει – εκατό χρόνια μετά – να εισπράξει τα χρέη του παππού της.
Αυτό λοιπόν είναι το μπακαλοτέφτερο του κυρ-Γιάννη Μαχαιρόπουλου. Που σας το συνιστούμε να το μελετήσετε μετά μεγίστης προσοχής. Έχει τρομακτικό ενδιαφέρον!
Από την πλευρά μας, ως Ένωση Ποντίων Ωραιοκάστρου και Φίλων, είναι ίσως περιττό, αν όχι άκομψο, να συγχαρούμε την κυρία Χρυσοπούλου και το σύζυγό της που φύλαξαν αυτό το πραγματικά ιερό κειμήλιο της οικογένειάς τους και μας το παρέδωσαν για ηλεκτρονική αναπαραγωγή. Εκείνο που σίγουρα τους οφείλουμε, είναι μια βαθιά ευγνωμοσύνη για την εμπιστοσύνη τους. Γυναίκες σαν αυτήν και τον αείμνηστο σύζυγό της, που εκτίμησαν και διέσωσαν πράγματα σαν κι αυτά, καθόρισαν με τον πιο ιερό τρόπο και την δική μας ιστορική ύπαρξη και διαμόρφωσαν την προσωπικότητά μας.

Δημ. Σταυριώτης